ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ (ΙΙΙ)

ΡΕΘΥΜΝΟ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2016

Οι εργασίες προχωρούν κανονικά. Εδώ και δύο μήνες το παλιό σπίτι σφύζει από ζωή. Μάστορες και εργάτες ξεκινούν την εργασία τους από πολύ νωρίς το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα. Ξύλινες σκαλωσιές ζώνουν το παλιό κτήριο και φωνές ανθρώπων ακούγονται ακατάπαυστα. Τόσα χρόνια σιωπής και εγκατάλειψης σβήστηκαν θαρρείς με μιας. Αυτός εκεί, ολημερίς παρακολουθεί, ρωτάει και καμαρώνει. Αγγίζει με σεβασμό την κάθε πέτρα της παλιάς τοιχοποιίας , παρακολουθεί ευλαβικά τα έργα ανασύστασης και αποκατάστασης, χωρίς να μπορεί να κρύψει τον ενθουσιασμό του.

Τέτοιο ενθουσιασμό είχε να νοιώσει από παιδί όταν ο πατέρας του έφτιαξε ένα δενδρόσπιτο στη γέρικη βελανιδιά της αυλής τους. Αδημονεί να τελειώσει για να αφήσει την απρόσωπη πανσιόν που τον φιλοξενεί εδώ και τρείς μήνες και να εγκατασταθεί πια στο σπίτι, στο σπίτι του! Ονειρεύεται συχνά τα βράδια ότι μένει εκεί, ονειρεύεται ότι ξυπνά το πρωί και ατενίζει τη θάλασσα πίνοντας τον καφέ του, ότι απολαμβάνει το τσάι του θαυμάζοντας το ηλιοβασίλεμα προσπαθώντας να διακρίνει τις μυριάδες αποχρώσεις του κόκκινου να χρωματίζουν τον ουρανό και ότι μένει εκεί μέχρι η πύρινη σφαίρα να χαθεί στη θάλασσα. Ίσως αυτές όλες οι εικόνες που του μαγεύουν τις αισθήσεις, του ξυπνήσουν το παλιό πάθος του για συγγραφή. Ίσως τον εμπνεύσει ο μεγάλος Ρεθυμνιώτης συγγραφέας που μια σύμπτωση, θαρρείς της μοίρας θέλησης, το πάρκο μπροστά στο σπίτι του φέρει το όνομα του. Ποιός ξέρει, ίσως!

Πίσω